Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desanimado
01
αποθαρρυμένος, απογοητευμένος
que ha perdido el ánimo, la motivación o la esperanza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desanimado
συγκριτικός βαθμός
más desanimado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desanimado
αρσενικό πληθυντικό
desanimados
θηλυκό ενικό
desanimada
θηλυκό πληθυντικό
desanimadas
Παραδείγματα
Me siento desanimado después del examen.
Αισθάνομαι αποθαρρυμένος μετά τις εξετάσεις.
02
βαρετός, αδιάφορος
que provoca aburrimiento o falta de interés
Παραδείγματα
La película era desanimada y todos se durmieron.
Η ταινία ήταν αποθαρρυντική και όλοι κοιμήθηκαν.



























