decepcionar

Ορισμός και σημασία του "decepcionar"στα ισπανικά

decepcionar
01

απογοητεύω

no cumplir las expectativas de alguien, causando desilusión
decepcionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
decepciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
decepciona
ενεστώτα μετοχή
decepcionando
απλός αόριστος
decepcionó
παθητική μετοχή
decepcionado
Παραδείγματα
Prometió ayudarme, pero al final me decepcionó.
Υποσχέθηκε να με βοηθήσει, αλλά στο τέλος με απογοήτευσε.
02

απογοητεύω

perder la ilusión o la esperanza que se tenía en algo o alguien
decepcionar definition and meaning
Παραδείγματα
¿ Te decepcionaste porque no te llamé?
Απογοητεύω σημαίνει να χάσεις την ψευδαίσθηση ή την ελπίδα που είχες για κάτι ή κάποιον. Απογοητεύτηκες επειδή δεν σε πήρα τηλέφωνο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store