Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decepcionar
01
απογοητεύω
no cumplir las expectativas de alguien, causando desilusión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
decepciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
decepciona
ενεστώτα μετοχή
decepcionando
απλός αόριστος
decepcionó
παθητική μετοχή
decepcionado
Παραδείγματα
No quiero decepcionar a mis padres.
Δεν θέλω να απογοητεύσω τους γονείς μου.
02
απογοητεύω
perder la ilusión o la esperanza que se tenía en algo o alguien
Παραδείγματα
Me decepcioné mucho con su comportamiento.
Ήμουν πολύ απογοητευμένος από τη συμπεριφορά του.



























