decimal
Pronunciation
/dˌeθimˈal/

Ορισμός και σημασία του "decimal"στα ισπανικά

01

δεκαδικός

relativo a los números en base diez o con punto decimal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
decimal
αρσενικό πληθυντικό
decimales
θηλυκό ενικό
decimal
θηλυκό πληθυντικό
decimales
Παραδείγματα
La fracción se convierte en decimal.
Το κλάσμα γίνεται δεκαδικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store