Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decidir
01
αποφασίζω
tomar una determinación sobre algo después de considerarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decido
γ΄ ενικό πρόσωπο
decide
ενεστώτα μετοχή
decidiendo
απλός αόριστος
decidí
παθητική μετοχή
decidido
Παραδείγματα
La empresa decidirá la fecha del evento mañana.
Η εταιρεία θα αποφασίσει την ημερομηνία της εκδήλωσης αύριο.
02
επιλέγω
seleccionar una opción entre varias posibilidades
Παραδείγματα
Decide qué libro quieres comprar.
Αποφασίστε ποιο βιβλίο θέλετε να αγοράσετε.



























