Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decidir
01
αποφασίζω
tomar una determinación sobre algo después de considerarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decido
γ΄ ενικό πρόσωπο
decide
ενεστώτα μετοχή
decidiendo
απλός αόριστος
decidí
παθητική μετοχή
decidido
Παραδείγματα
Decidimos mudarnos al campo.
Αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην ύπαιθρο.
02
επιλέγω
seleccionar una opción entre varias posibilidades
Παραδείγματα
Él decidió por la opción más barata.
Αυτός αποφάσισε για την φθηνότερη επιλογή.



























