Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decaer
01
αποδυναμώνομαι, μειώνομαι
perder fuerza, intensidad, valor o importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decaigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
decae
ενεστώτα μετοχή
decaendo
απλός αόριστος
decaí
παθητική μετοχή
decaído
Παραδείγματα
Las ventas decayeron en el último trimestre.
Οι πωλήσεις μειώθηκαν στο τελευταίο τρίμηνο.
02
επιδεινώνομαι, αποδυναμώνομαι
ponerse peor en salud, ánimo o condición
Παραδείγματα
Su estado físico empezó a decaer tras la enfermedad.
Η φυσική του κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται μετά την ασθένεια.



























