Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El decano
[gender: masculine]
01
διάκονος (της σχολής)
la máxima autoridad de una facultad universitaria
Παραδείγματα
El presupuesto anual de la facultad debe ser aprobado por el decano.
Ο ετήσιος προϋπολογισμός της σχολής πρέπει να εγκριθεί από τον κοσμήτορα.
02
πρεσβύτερο μέλος, αρχαιότερο μέλος
la persona con más antigüedad o experiencia en un grupo o profesión
Παραδείγματα
Por ser el decano del equipo, el futbolista era el capitán a pesar de no ser el más talentoso.
Ως ο πρεσβύτερος της ομάδας, ο ποδοσφαιριστής ήταν ο αρχηγός παρά το ότι δεν ήταν ο πιο ταλαντούχος.



























