Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El decano
01
διάκονος (της σχολής)
la máxima autoridad de una facultad universitaria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
decanos
Παραδείγματα
El decano de la Facultad de Medicina inauguró el nuevo laboratorio.
Ο κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής εγκαινίασε το νέο εργαστήριο.
02
πρεσβύτερο μέλος, αρχαιότερο μέλος
la persona con más antigüedad o experiencia en un grupo o profesión
Παραδείγματα
Los miembros más jóvenes del club siempre piden consejo al decano.
Τα νεότερα μέλη του συλλόγου ζητούν πάντα συμβουλές από τον πρεσβύτερο μέλος.



























