Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decaer
01
αποδυναμώνομαι, μειώνομαι
perder fuerza, intensidad, valor o importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decaigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
decae
ενεστώτα μετοχή
decaendo
απλός αόριστος
decaí
παθητική μετοχή
decaído
Παραδείγματα
El interés por el proyecto decaerá si no hay novedades.
Το ενδιαφέρον για το έργο θα μειωθεί εάν δεν υπάρχουν νέα.
02
επιδεινώνομαι, αποδυναμώνομαι
ponerse peor en salud, ánimo o condición
Παραδείγματα
La salud mental puede decaer bajo estrés prolongado.
Η ψυχική υγεία μπορεί να επιδεινωθεί υπό παρατεταμένο στρες.



























