Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debutar
01
κάνω το ντεμπούτο μου
presentar una obra, un espectáculo o una producción al público por primera vez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
debuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
debuta
ενεστώτα μετοχή
debutando
απλός αόριστος
debutó
παθητική μετοχή
debutado
Παραδείγματα
El artista debutó su primera instalación de arte en una galería de vanguardia.
Ο καλλιτέχνης παρουσίασε την πρώτη του εγκατάσταση τέχνης σε μια αβανγκάρντ γκαλερί.



























