debutar
de
de
de
bu
βu
boo
tar
ˈtaɾ
tar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "debutar"στα ισπανικά

debutar
01

κάνω το ντεμπούτο μου

presentar una obra, un espectáculo o una producción al público por primera vez 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
debuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
debuta
ενεστώτα μετοχή
debutando
απλός αόριστος
debutó
παθητική μετοχή
debutado
Παραδείγματα
La banda debutó con su nuevo álbum en un pequeño club local. 

Η μπάντα έκανε το ντεμπούτο της με το νέο της άλμπουμ σε ένα μικρό τοπικό κλαμπ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store