cubrir
cub
ˈkuβ
koob
rir
ɾiɾ
rir
gruñirasumirsentirsurgir

Ορισμός και σημασία του "cubrir"στα ισπανικά

cubrir
01

καλύπτω

poner algo encima de otra cosa para taparla o protegerla 
cubrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cubro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cubre
ενεστώτα μετοχή
cubriendo
απλός αόριστος
cubrió
παθητική μετοχή
cubierto
Παραδείγματα
Cubrió la mesa con un mantel. 

Κάλυψε το τραπέζι με ένα τραπεζομάντιλο.

02

καλύπτω, αναφέρω

informar o reportar sobre un hecho o evento 
cubrir definition and meaning
Παραδείγματα
El periodista cubrió la conferencia internacional. 

Ο δημοσιογράφος κάλυψε τη διεθνή διάσκεψη.

03

καλύπτω, αναλαμβάνω

pagar una cantidad suficiente para compensar un gasto o deuda 
Παραδείγματα
El seguro cubrirá todos los daños. 

Η ασφάλεια θα καλύψει όλες τις ζημιές.

04

γεμίζω, καταλαμβάνω

ocupar un espacio o una posición disponible 
Παραδείγματα
Necesitamos cubrir el puesto de secretario. 

Πρέπει να καλύψουμε τη θέση του γραμματέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store