Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cubrir
01
καλύπτω
poner algo encima de otra cosa para taparla o protegerla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cubro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cubre
ενεστώτα μετοχή
cubriendo
απλός αόριστος
cubrió
παθητική μετοχή
cubierto
Παραδείγματα
Cubrió la mesa con un mantel.
Κάλυψε το τραπέζι με ένα τραπεζομάντιλο.
02
καλύπτω, αναφέρω
informar o reportar sobre un hecho o evento
Παραδείγματα
El periodista cubrió la conferencia internacional.
Ο δημοσιογράφος κάλυψε τη διεθνή διάσκεψη.
03
καλύπτω, αναλαμβάνω
pagar una cantidad suficiente para compensar un gasto o deuda
Παραδείγματα
El seguro cubrirá todos los daños.
Η ασφάλεια θα καλύψει όλες τις ζημιές.
04
γεμίζω, καταλαμβάνω
ocupar un espacio o una posición disponible
Παραδείγματα
Necesitamos cubrir el puesto de secretario.
Πρέπει να καλύψουμε τη θέση του γραμματέα.



























