Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corroer
01
διαβρώνω, καταστρέφω σταδιακά
destruir o dañar lentamente algo mediante un proceso químico o desgaste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
corroo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corroe
ενεστώτα μετοχή
corroyendo
απλός αόριστος
corroyó
παθητική μετοχή
corroído
Παραδείγματα
El ácido puede corroer el metal con el tiempo.
Το οξύ μπορεί να διαβρώνει το μέταλλο με το χρόνο.
02
διαβρώνω, φθείρω
desgastar o erosionar algo gradualmente por fricción o uso constante
Παραδείγματα
El viento corroía lentamente la roca de la montaña.
Ο άνεμος διαβρώνει αργά το βράχο του βουνού.
03
διαβρώνω, βασανίζω
afligir o atormentar a alguien mental o emocionalmente de manera continua
Παραδείγματα
La culpa lo corroía día y noche.
Η ενοχή τον έτρωγε μέρα και νύχτα.



























