el corriente
corr
ˈkor
kor
ien
jen
yen
te
te
te
nutrientediferenteasistenteoralmente

Ορισμός και σημασία του "corriente"στα ισπανικά

01

ρεύμα, ροή

movimiento de agua, aire, electricidad u otra sustancia en una dirección determinada 
el corriente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corrientes
Παραδείγματα
La corriente del río es muy fuerte hoy. 

Το ρεύμα του ποταμού είναι πολύ δυνατό σήμερα.

01

συνηθισμένος, κοινός

que es habitual, normal o frecuente 
corriente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más corriente
συγκριτικός βαθμός
más corriente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corriente
αρσενικό πληθυντικό
corrientes
θηλυκό ενικό
corriente
θηλυκό πληθυντικό
corrientes
Παραδείγματα
Es corriente ver personas leyendo en el metro. 

Είναι συνηθισμένο να βλέπεις ανθρώπους να διαβάζουν στο μετρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store