Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El corriente
01
ρεύμα, ροή
movimiento de agua, aire, electricidad u otra sustancia en una dirección determinada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corrientes
Παραδείγματα
La corriente del río es muy fuerte hoy.
Το ρεύμα του ποταμού είναι πολύ δυνατό σήμερα.
corriente
01
συνηθισμένος, κοινός
que es habitual, normal o frecuente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más corriente
συγκριτικός βαθμός
más corriente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corriente
αρσενικό πληθυντικό
corrientes
θηλυκό ενικό
corriente
θηλυκό πληθυντικό
corrientes
Παραδείγματα
Es corriente ver personas leyendo en el metro.
Είναι συνηθισμένο να βλέπεις ανθρώπους να διαβάζουν στο μετρό.



























