Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corrupto
01
διεφθαρμένος, ανήθικος
que actúa de forma deshonesta o inmoral, especialmente para obtener un beneficio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más corrupto
συγκριτικός βαθμός
más corrupto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corrupto
αρσενικό πληθυντικό
corruptos
θηλυκό ενικό
corrupta
θηλυκό πληθυντικό
corruptas
Παραδείγματα
La investigación reveló una red corrupta dentro del ministerio.
Η έρευνα αποκάλυψε ένα διεφθαρμένο δίκτυο εντός του υπουργείου.



























