Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La convención
01
σύμβαση, συνήθεια
una práctica, costumbre o regla ampliamente aceptada en una sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
convenciones
Παραδείγματα
Es una convención social saludar al llegar.
Είναι κοινωνική συμβατικότητα να χαιρετάς κατά την άφιξη.
02
σύμβαση, συμφωνία
un acuerdo formal, especialmente un tratado internacional
Παραδείγματα
Firmaron la Convención de Ginebra.
Υπέγραψαν τη Σύμβαση της Γενεύης.
03
συνέδριο, συνθήκη
una reunión grande y formal de personas con un interés común
Παραδείγματα
La convención anual de médicos es en mayo.
Η ετήσια συνέλευση των γιατρών είναι τον Μάιο.



























