Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conversar
01
συζητώ, κουβεντιάζω
hablar con otra persona de manera informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
converso
γ΄ ενικό πρόσωπο
conversa
ενεστώτα μετοχή
conversando
απλός αόριστος
conversé
παθητική μετοχή
conversado
Παραδείγματα
Me gusta conversar con mis amigos después de clase.
Μου αρέσει να συζητώ με τους φίλους μου μετά το μάθημα.



























