Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controvertido
01
αμφιλεγόμενος
que genera opiniones opuestas o debate entre personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más controvertido
συγκριτικός βαθμός
más controvertido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
controvertido
αρσενικό πληθυντικό
controvertidos
θηλυκό ενικό
controvertida
θηλυκό πληθυντικό
controvertidas
Παραδείγματα
El tema del cambio climático es muy controvertido.
Το θέμα της κλιματικής αλλαγής είναι πολύ αμφιλεγόμενο.



























