Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conmover
01
συγκινώ, επαίρνω
provocar una emoción profunda en alguien, como tristeza o ternura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conmuevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
conmueve
ενεστώτα μετοχή
conmoviendo
απλός αόριστος
conmovió
παθητική μετοχή
conmovido
Παραδείγματα
La canción conmovió a todos los presentes.
Το τραγούδι συγκίνησε όλους τους παρόντες.



























