condoler

Ορισμός και σημασία του "condoler"στα ισπανικά

condoler
01

συλλυπούμαι, συμπονώ

sentir compasión o pena por el sufrimiento de otra persona
condoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
condolezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
condolece
ενεστώτα μετοχή
condoliendo
απλός αόριστος
condolió
παθητική μετοχή
condolido
Παραδείγματα
La comunidad se condolió con la familia en su momento de duelo.
Η κοινότητα συλλυπήθηκε με την οικογένεια στη στιγμή του πένθους τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store