condoler
con
kon
kon
do
ˈdo
do
ler
leɾ
ler

Ορισμός και σημασία του "condoler"στα ισπανικά

condoler
01

συλλυπούμαι, συμπονώ

sentir compasión o pena por el sufrimiento de otra persona 
condoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
condolezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
condolece
ενεστώτα μετοχή
condoliendo
απλός αόριστος
condolió
παθητική μετοχή
condolido
Παραδείγματα
Ella se condolió por la pérdida de su amigo. 

Αυτή συλλυπήθηκε για την απώλεια του φίλου της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store