Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condoler
01
συλλυπούμαι, συμπονώ
sentir compasión o pena por el sufrimiento de otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
condolezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
condolece
ενεστώτα μετοχή
condoliendo
απλός αόριστος
condolió
παθητική μετοχή
condolido
Παραδείγματα
Ella se condolió por la pérdida de su amigo.
Αυτή συλλυπήθηκε για την απώλεια του φίλου της.



























