condenado
condenado
kondenaðo
κονντεναδο
condensado

Ορισμός και σημασία του "condenado"στα ισπανικά

01

καταδικασμένος, απαγόρευση

que ha recibido una pena o castigo por decisión judicial 
condenado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más condenado
συγκριτικός βαθμός
más condenado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
condenado
αρσενικό πληθυντικό
condenados
θηλυκό ενικό
condenada
θηλυκό πληθυντικό
condenadas
θεματικό πεδίο
justicia, crimen, sociedad
Παραδείγματα
Es un criminal condenado por asesinato. 

Είναι ένας εγκληματίας καταδικασμένος για φόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store