Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condenar
01
καταδικάζω, ανακηρύσσω ένοχο
declarar a alguien culpable y imponerle una pena o castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
condeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
condena
ενεστώτα μετοχή
condenando
απλός αόριστος
condené
παθητική μετοχή
condenado
Παραδείγματα
El acusado fue condenado sin pruebas suficientes.
Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε χωρίς επαρκείς αποδείξεις.



























