condenar
Pronunciation
/kˌɔndenˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "condenar"στα ισπανικά

condenar
01

καταδικάζω, ανακηρύσσω ένοχο

declarar a alguien culpable y imponerle una pena o castigo
condenar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
condeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
condena
ενεστώτα μετοχή
condenando
απλός αόριστος
condené
παθητική μετοχή
condenado
Παραδείγματα
El acusado fue condenado sin pruebas suficientes.
Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε χωρίς επαρκείς αποδείξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store