Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condimentar
01
καρυκεύω
añadir sabor a la comida con especias o condimentos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
condimento
γ΄ ενικό πρόσωπο
condimenta
ενεστώτα μετοχή
condimentando
απλός αόριστος
condimenté
παθητική μετοχή
condimentado
Παραδείγματα
Voy a condimentar la carne con ajo y pimienta.
Πρόκειται να κατακλύσω το κρέας με σκόρδο και πιπέρι.



























