condimentar
Pronunciation
/kˌɔndimɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "condimentar"στα ισπανικά

condimentar
01

καρυκεύω

añadir sabor a la comida con especias o condimentos
condimentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
condimento
γ΄ ενικό πρόσωπο
condimenta
ενεστώτα μετοχή
condimentando
απλός αόριστος
condimenté
παθητική μετοχή
condimentado
Παραδείγματα
Condimentar la carne antes de cocinarla es fundamental.
Το καρυκεύω το κρέας πριν το μαγειρέψω είναι θεμελιώδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store