Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condenado
01
καταδικασμένος, απαγόρευση
que ha recibido una pena o castigo por decisión judicial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más condenado
συγκριτικός βαθμός
más condenado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
condenado
αρσενικό πληθυντικό
condenados
θηλυκό ενικό
condenada
θηλυκό πληθυντικό
condenadas
Παραδείγματα
El condenado fue trasladado a otra prisión.
Ο καταδικασμένος μεταφέρθηκε σε άλλη φυλακή.



























