Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La condensación
[gender: feminine]
01
συμπύκνωση, πυκνότητα
cambio de vapor a líquido
Παραδείγματα
La condensación ocurre cuando el vapor pierde calor.
Η συμπύκνωση συμβαίνει όταν ο ατμός χάνει θερμότητα.



























