Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La compraventa
[gender: feminine]
01
αγοραπωλησία
actividad comercial que consiste en la compra y venta de bienes o servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La compraventa de arte requiere experiencia.
Η αγοραπωλησία τέχνης απαιτεί εμπειρία.



























