Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El compost
01
κομπόστ
mezcla de materia orgánica descompuesta que se usa como abono para mejorar el suelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El compost es un recurso natural que recicla nutrientes.
Το κομπόστ είναι ένας φυσικός πόρος που ανακυκλώνει θρεπτικά συστατικά.



























