comprar
Pronunciation
/kɔmpɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "comprar"στα ισπανικά

comprar
01

αγοράζω

adquirir algo pagando dinero por ello
comprar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
compro
γ΄ ενικό πρόσωπο
compra
ενεστώτα μετοχή
comprando
απλός αόριστος
compré
παθητική μετοχή
comprado
Παραδείγματα
Mi padre compró un coche nuevo la semana pasada.
Ο πατέρας μου αγόρασε ένα καινούριο αυτοκίνητο την περασμένη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store