comprar
comp
ˈkomp
komp
rar
ɾaɾ
rar
comparar

Ορισμός και σημασία του "comprar"στα ισπανικά

comprar
01

αγοράζω

adquirir algo pagando dinero por ello 
comprar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
compro
γ΄ ενικό πρόσωπο
compra
ενεστώτα μετοχή
comprando
απλός αόριστος
compré
παθητική μετοχή
comprado
Παραδείγματα
Voy a comprar un libro nuevo mañana. 

Αύριο θα πάω να αγοράσω ένα καινούριο βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store