Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comprar
01
αγοράζω
adquirir algo pagando dinero por ello
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
compro
γ΄ ενικό πρόσωπο
compra
ενεστώτα μετοχή
comprando
απλός αόριστος
compré
παθητική μετοχή
comprado
Παραδείγματα
Voy a comprar un libro nuevo mañana.
Αύριο θα πάω να αγοράσω ένα καινούριο βιβλίο.



























