comprender
Pronunciation
/kˌɔmpɾɛndˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "comprender"στα ισπανικά

comprender
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

entender o captar el significado de algo
comprender definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comprendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comprende
ενεστώτα μετοχή
comprendiendo
απλός αόριστος
comprendí
παθητική μετοχή
comprendido
Παραδείγματα
Él no comprende por qué ocurrió eso.
Δεν καταλαβαίνει γιατί συνέβη αυτό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store