Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comparar
01
συγκρίνω
examinar dos o más cosas para notar sus semejanzas y diferencias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
compara
ενεστώτα μετοχή
comparando
απλός αόριστος
comparó
παθητική μετοχή
comparado
Παραδείγματα
Comparar productos electrónicos requiere atención a los detalles técnicos.
Η σύγκριση ηλεκτρονικών προϊόντων απαιτεί προσοχή στις τεχνικές λεπτομέρειες.



























