comparar
com
kom
κομ
pa
pa
πα
rar
ˈɾaɾ
ραρ
computarcomprar

Ορισμός και σημασία του "comparar"στα ισπανικά

comparar
01

συγκρίνω

examinar dos o más cosas para notar sus semejanzas y diferencias 
comparar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
compara
ενεστώτα μετοχή
comparando
απλός αόριστος
comparó
παθητική μετοχή
comparado
Παραδείγματα
Es útil comparar precios antes de comprar un producto. 

Είναι χρήσιμο να συγκρίνεις τις τιμές πριν αγοράσεις ένα προϊόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store