Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comparar
01
συγκρίνω
examinar dos o más cosas para notar sus semejanzas y diferencias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
compara
ενεστώτα μετοχή
comparando
απλός αόριστος
comparó
παθητική μετοχή
comparado
Παραδείγματα
Es útil comparar precios antes de comprar un producto.
Είναι χρήσιμο να συγκρίνεις τις τιμές πριν αγοράσεις ένα προϊόν.



























