Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compadecer
01
συμπονώ
sentir lástima o compasión por alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
compadezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
compadece
ενεστώτα μετοχή
compadeciendo
απλός αόριστος
compadeció
παθητική μετοχή
compadecido
Παραδείγματα
Me compadezco de los niños que viven en la calle.
Συμπονώ τα παιδιά που ζουν στο δρόμο.
02
συνδυάζομαι
ser adecuado o estar en armonía con algo
Παραδείγματα
El color de la cortina se compadece con el tono de la alfombra.
Το χρώμα της κουρτίνας συνδυάζεται με τον τόνο του χαλιού.



























