Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compadecer
01
συμπονώ
sentir lástima o compasión por alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
compadezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
compadece
ενεστώτα μετοχή
compadeciendo
απλός αόριστος
compadeció
παθητική μετοχή
compadecido
Παραδείγματα
Ella se compadece de quienes sufren injusticias.
Αυτή συμπονάει όσους υποφέρουν από αδικίες.
02
συνδυάζομαι
ser adecuado o estar en armonía con algo
Παραδείγματα
Las expectativas de los clientes se compadecen con los estándares de calidad.
Οι προσδοκίες των πελατών se compadecen με τα πρότυπα ποιότητας.



























