Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compartir
01
μοιράζομαι
tener o usar algo con otra u otras personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comparto
γ΄ ενικό πρόσωπο
comparte
ενεστώτα μετοχή
compartiendo
απλός αόριστος
compartí
παθητική μετοχή
compartido
Παραδείγματα
Compartimos la casa entre tres personas.
Μοιραζόμαστε το σπίτι ανάμεσα σε τρία άτομα.
02
μοιράζομαι
hacer que un contenido publicado en internet sea visible en el perfil propio o enviarlo a otros usuarios
Παραδείγματα
Se hizo viral después de que una celebridad compartiera su video en redes sociales.
Έγινε viral αφού ένας διάσημος μοιράστηκε το βίντεό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



























