Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compartir
01
μοιράζομαι
tener o usar algo con otra u otras personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comparto
γ΄ ενικό πρόσωπο
comparte
ενεστώτα μετοχή
compartiendo
απλός αόριστος
compartí
παθητική μετοχή
compartido
Παραδείγματα
Me gusta compartir mis libros con mis amigos.
Μου αρέσει να μοιράζομαι τα βιβλία μου με τους φίλους μου.
02
μοιράζομαι
hacer que un contenido publicado en internet sea visible en el perfil propio o enviarlo a otros usuarios
Παραδείγματα
Voy a compartir este artículo tan interesante en mi perfil de LinkedIn.
Θα μοιραστώ αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο προφίλ μου στο LinkedIn.



























