Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ciudadanía
01
υπηκοότητα, σύνολο των πολιτών
conjunto de personas que tienen derechos y deberes dentro de un estado o país
Παραδείγματα
La ciudadanía se reunió para votar en las elecciones.
Η ιθαγένεια συγκεντρώθηκε για να ψηφίσει στις εκλογές.
02
υπηκοότητα
condición de ser miembro de un estado o país, con derechos y deberes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ciudadanía implica derechos y responsabilidades.
Η ιθαγένεια συνεπάγεται δικαιώματα και ευθύνες.
03
υπηκοότητα, σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών
conjunto de derechos y obligaciones de los ciudadanos
Παραδείγματα
Todos debemos cumplir con la ciudadanía responsable.
Όλοι πρέπει να εκπληρώσουμε την υπεύθυνη πολιτογράφηση.



























