el ciudadano
Pronunciation
/θjˌuðaðˈano/

Ορισμός και σημασία του "ciudadano"στα ισπανικά

El ciudadano
[gender: masculine]
01

πολίτης

persona que pertenece a un país y tiene derechos y deberes en él
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ciudadanos
Παραδείγματα
La nueva ley protege los derechos de los ciudadanos.
Ο νέος νόμος προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών.
01

αστικός, πολιτικός

relacionado con la ciudad o sus habitantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ciudadano
αρσενικό πληθυντικό
ciudadanos
θηλυκό ενικό
ciudadana
θηλυκό πληθυντικό
ciudadanas
Παραδείγματα
El festival ciudadano celebra la cultura local y la diversidad.
Το πολιτικό φεστιβάλ γιορτάζει την τοπική κουλτούρα και την ποικιλομορφία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store