civil

Ορισμός και σημασία του "civil"στα ισπανικά

01

αστικός, πολιτικός

relativo a los ciudadanos o a la vida en sociedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
civil
αρσενικό πληθυντικό
civiles
θηλυκό ενικό
civil
θηλυκό πληθυντικό
civiles
Παραδείγματα
El derecho civil regula las relaciones entre personas.
Το αστικό δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων.
02

αστικός, κοσμικός

relativo a actos, ceremonias o instituciones que no están ligados a una religión
Παραδείγματα
El registro civil no tiene carácter religioso.
Το ληξιαρχείο δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store