Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cautivar
01
γοητεύω, συναρπάζω
atraer o fascinar a alguien por su encanto o cualidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cautivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cautiva
ενεστώτα μετοχή
cautivando
απλός αόριστος
cautivó
παθητική μετοχή
cautivado
Παραδείγματα
La actriz logró cautivar al público.
Η ηθοποιός κατάφερε να γοητεύσει το κοινό.



























