cautivar

Ορισμός και σημασία του "cautivar"στα ισπανικά

cautivar
01

γοητεύω, συναρπάζω

atraer o fascinar a alguien por su encanto o cualidades
cautivar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cautivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cautiva
ενεστώτα μετοχή
cautivando
απλός αόριστος
cautivó
παθητική μετοχή
cautivado
Παραδείγματα
El músico cautiva con su interpretación.
Ο μουσικός γοητεύει με την ερμηνεία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store