Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
causar
01
προκαλώ, επιφέρω
ser motivo u origen de un hecho, especialmente si es negativo o problemático
Παραδείγματα
Esa noticia causó gran sorpresa.
Αυτή η είδηση προκάλεσε μεγάλη έκπληξη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προκαλώ, επιφέρω