causar
cau
kau
kaoo
sar
saɾ
sar
casarcansar

Ορισμός και σημασία του "causar"στα ισπανικά

causar
01

προκαλώ, επιφέρω

ser motivo u origen de un hecho, especialmente si es negativo o problemático 
causar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
causo
γ΄ ενικό πρόσωπο
causa
ενεστώτα μετοχή
causando
απλός αόριστος
causó
παθητική μετοχή
causado
Παραδείγματα
El accidente causó mucho dolor en la familia. 

Το ατύχημα προκάλεσε πολύ πόνο στην οικογένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store