Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catar
01
γευομαι
probar un alimento o bebida con atención para apreciar su sabor y calidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cato
γ΄ ενικό πρόσωπο
cata
ενεστώτα μετοχή
catando
απλός αόριστος
cató
παθητική μετοχή
catado
Παραδείγματα
El grupo cató el aceite de oliva.
Η ομάδα catar το ελαιόλαδο.
02
κοιτάζω, εξετάζω
mirar o examinar algo con atención
Παραδείγματα
Cataron la mercancía antes de pagar.
Catar τα εμπορεύματα πριν από την πληρωμή.



























