Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
casual
01
τυχαίος, απρόβλεπτος
que sucede por azar o sin planificación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más casual
συγκριτικός βαθμός
más casual
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
casual
αρσενικό πληθυντικό
casuales
θηλυκό ενικό
casual
θηλυκό πληθυντικό
casuales
Παραδείγματα
Un encuentro casual en el metro cambió su vida.
Μια τυχαία συνάντηση στο μετρό άλλαξε τη ζωή του.
02
ανεπίσημο
un estilo de ropa cómodo y informal, no elegante
Παραδείγματα
El viernes en la oficina es día casual.
Η Παρασκευή στο γραφείο είναι ανεπίσημη ημέρα.
03
πτώση
una categoría gramatical que marca la relación sintáctica de un sustantivo o pronombre con otras palabras en la oración
Παραδείγματα
En latín, el casual nominativo indica el sujeto de la oración.
Στα λατινικά, η ονομαστική πτώση υποδεικνύει το υποκείμενο της πρότασης.



























