Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La casualidad
[gender: feminine]
01
σύμπτωση, τυχαίο
suceso inesperado que ocurre sin planificación o intención
Παραδείγματα
La casualidad hizo que los dos elegieran el mismo libro.
Η τυχαιότητα έκανε και τους δύο να επιλέξουν το ίδιο βιβλίο.



























