Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
castrar
01
ταπεινώνω
someter a alguien a humillación o desprecio
Παραδείγματα
Sus comentarios castraron la autoestima del joven.
Τα σχόλιά του ευνουχίσαν την αυτοεκτίμηση του νεαρού.
02
ευνουχίζω, στειρώνω
extirpar los órganos reproductores de un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
castro
γ΄ ενικό πρόσωπο
castra
ενεστώτα μετοχή
castrando
απλός αόριστος
castró
παθητική μετοχή
castrado
Παραδείγματα
El veterinario castró al gato el lunes.
Ο κτηνίατρος ευνουχίστηκε τη γάτα τη Δευτέρα.
03
αποδυναμώνω, μειώνω
reducir la fuerza, eficacia o capacidad de algo
Παραδείγματα
La nueva ley castró la autoridad del alcalde.
Ο νέος νόμος ευνουχίστηκε την εξουσία του δημάρχου.



























