el caricaturista
ca
ka
κα
ri
ɾi
ρι
ca
ka
κα
tu
tu
του
ris
ˈɾis
ρισ
ta
ta
τα
editorialistanutricionistarecepcionistaimpresionista

Ορισμός και σημασία του "caricaturista"στα ισπανικά

El caricaturista
01

καλλιτέχνης καρικατούρας, καλλιτέχνης κόμικς

un artista que dibuja cómics o tiras cómicas 
el caricaturista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caricaturistas
αρσενικό ενικό
caricaturista
θηλυκό ενικό
caricaturista
neutral form
artista gráfico
Παραδείγματα
El caricaturista publica una tira cómica nueva en el periódico cada domingo. 

Ο καρικατουρίστας δημοσιεύει ένα νέο κόμικ στην εφημερίδα κάθε Κυριακή.

02

καλλιτέχνης καρικατούρας

un artista que se especializa en dibujar caricaturas de personas 
el caricaturista definition and meaning
Παραδείγματα
El caricaturista hizo un dibujo exagerado de mi nariz y mi sonrisa. 

Ο καρικατουρίστας έκανε ένα υπερβολικό σχέδιο της μύτης και του χαμόγελου μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store