Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cargado
01
γεμάτος, φορτωμένος
que contiene mucho de algo o está lleno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cargado
συγκριτικός βαθμός
más cargado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cargado
αρσενικό πληθυντικό
cargados
θηλυκό ενικό
cargada
θηλυκό πληθυντικό
cargadas
Παραδείγματα
El carrito está cargado de frutas.
Το καροτσάκι είναι φορτωμένο με φρούτα.
02
δυνατός, έντονος
que tiene un sabor, aroma o color intenso
Παραδείγματα
El café está muy cargado hoy.
Ο καφές είναι πολύ δυνατός σήμερα.
03
συννεφιασμένος, νεφελώδης
que tiene muchas nubes o aspecto de lluvia
Παραδείγματα
El cielo está cargado de nubes.
Ο ουρανός είναι φορτωμένος με σύννεφα.
04
αποπνικτικός, βαρύς
que produce sensación de aire pesado o sofocante
Παραδείγματα
La habitación estaba cargada y sin ventilación.
Το δωμάτιο ήταν βαρύ και χωρίς αερισμό.



























